Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Homer: The author of the Iliad and the Odyssey

Όμηρος

Μεγάλος επικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Η Χίος, η Σμύρνη και πέντε ακόμα ελληνικές πόλεις υποστήριζαν ότι ήταν οι γενέτειρές του. ο τυφλός, σύμφωνα με την παράδοση, ραψωδός είναι ο δημιουργός των επικών ποιημάτων Ιλιάδα και Οδύσσεια.

Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής, ο μεγαλύτερος από τους ποιητές όλων των αιώνων, με τον οποίο αρχίζει η έντεχνη και ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Όμηρο είναι ελάχιστες και αυτές ασαφείς.
 Τον τόπο γέννησής του διεκδικούν πολλές πόλεις όπως μας πληροφορούν οι δύο αυτοί εξάμετροι:

«Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν δια ρίζαν Ομήρου, Κύμη, Χίος, Κολοφών, Σμύρνη, Πύλος, Άργος, Αθήνη». Πιο πιθανή πατρίδα του όμως θεωρείται η Σμύρνη, αιολική αποικία, που αργότερα προστέθηκε στην ιωνική συμπολιτεία. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το ότι ο ποιητής γνώριζε πολύ καλά την περιοχή της, όπως αποδεικνύουν οι παρομοιώσεις που δανείζεται από την κλαγγή των κύκνων και των χηνών του Καϊστρου ποταμού, από την ορμή του Βορά και του Ζέφυρου που φυσούν από τη Θράκη, από τον ταύρο που θυσιάζεται στο Πανιώνιο. Γνώριζε ακόμα καλά τις ακτές του Αδραμυτηνού κόλπου, το όρος Ίδη, την πεδιάδα του Σκάμανδρου κ.λ.π., τα οποία είδε ο ποιητής με τα μάτια του και έγιναν θέατρα των αγώνων των ηρώων του.
Άγνωστο είναι το πότε έζησε ο Όμηρος. Ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί στα ποιήματά του ότι έζησε πολύ αργότερα από τα τρωικά. Γιατί συχνά λέει ότι οι ήρωες των τρωικών ήταν κατά πολύ ανώτεροι από τους σύγχρονούς του στην ανδρεία και τη ρώμη. Κατά τον Ηρόδοτο, ο Όμηρος έζησε 400 χρόνια νωρίτερα απ’ αυτόν και, σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή, πρέπει να έζησε κατά τα μέσα του 9ου αι. π.Χ. Τέλος η παράδοση ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, ίσως πρέπει να απορριφθεί, γιατί είναι ασυμβίβαστη με τη λεπτή παρατήρηση της φύσης που υπάρχει στο έργο του. 

Όμηρος: Προτομη απο το Βρετανικο Μουσειο
(Homer: British Museum)




Οι πρώτες αναφορές.
Έμμεσες αναφορές στον  Όμηρο και παράθεση περικοπών από τα ποιήματά του ανάγονται στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα. Ο Αρχίλοχος, ο Αλκμάν, ο Τυρταίος και ο Καλλίνος τον 7ο αιώνα, όπως και η Σαπφώ και άλλοι ποιητές στις αρχές του 6ου αι., προσάρμοσαν το Ομηρικό λεκτικό και μέτρο στους δικούς τους ποιητικούς στόχους και ρυθμούς. Κατά τους ίδιους χρόνους, σκηνές από επεισόδια των επών αποτέλεσαν προσφιλές θέμα σε έργα τέχνης. Στον ψευδο-ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα, σύνθεση πιθανώς του τέλους του 7ου αιώνα, η αναφορά ότι το ποίημα ήταν έργο «ενός τυφλού άνδρα ο οποίος κατοικούσε στην τραχιά Χίο», συνδέεται με μία παράδοση για τον ίδιο τον  Όμηρο. Η ιδέα ότι ο Όμηρος ήταν γενάρχης των επιλεγομένων Ομηριδών, οι οποίοι διατήρησαν και διέδωσαν την ποίησή του, ανάγεται τουλάχιστον στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα. Πράγματι, αρκετά νωρίς άρχισε ένα είδος Ομηρικών σπουδών. Ο Θεαγένης από το Ρήγιον της Κάτω Ιταλίας κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα έγραψε την πρώτη γνωστή ερμηνεία στην οποία απέδιδε αλληγορικά νοήματα στα Ομηρικά έπη. Μέχρι τον 5ο αιώνα είχαν δημιουργηθεί οι μύθοι για τον βίο του: ο Προσωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος ο Εφέσιος χρησιμοποίησε έναν κοινότοπο θρύλο για τον θάνατο του Ομήρου- ότι πέθανε από την στενοχώρια του διότι δεν μπόρεσε να λύσει ένα παιδιάστικο αίνιγμα για το πώς πιάνονταν οι ψείρες, ενώ η ιδέα για κάποιον «αγώνα» Ομήρου και Ησιόδου (ο οποίος υπήρξε ο δεύτερος σε αρχαιότητα ποιητής μετά τον  Όμηρο) πιθανώς να αποτελούσε επινόηση της Σοφιστικής παράδοσης. Ο ιστορικός Ηρόδοτος του 5ου π.Χ. αιώνα απέδιδε την διαμόρφωση της ελληνικής θεολογίας στον  Όμηρο και τον Ησίοδο και υποστήριζε ότι είχαν ζήσει 400 χρόνια πριν από αυτόν.
Αυτό θα πρέπει να αντιπαραβληθεί με την στηριγμένη σε επιφανειακά επιχειρήματα άποψη, προσφιλή σε πολλούς κύκλους λογίων σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, ότι ο Όμηρος δεν πρέπει να έζησε πολύ αργότερα από τον Τρωικό πόλεμο, τον οποίο ύμνησε.


Η γενική πεποίθηση ότι ο Όμηρος γεννήθηκε στην Ιωνία (το κεντρικό τμήμα των Μικρασιατικών παραλίων) φαίνεται ότι αποτελεί λογική εικασία η οποία συνάγεται από τα ίδια τα έπη, στα οποία επικρατεί κυρίως η ιωνική διάλεκτος. Αν και η Σμύρνη και η Χίος από νωρίς άρχισαν να ερίζουν για την τιμή της καταγωγής του (ο Πίνδαρος, στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα συνέδεε τον  Όμηρο και με τις δύο), ενώ αργότερα και άλλες πόλεις προστέθηκαν στην έριδα, πουθενά δεν υπήρξε καμία αυθεντική τοπική ανάμνηση για έναν άνθρωπο ο οποίος είτε ήταν είτε δεν ήταν αοιδός, πρέπει, ωστόσο, να υπήρξε διάσημος στην εποχή του. η απουσία πραγματικών δεδομένων πρέπει να προκαλούσε αμηχανία στους Έλληνες, αλλά δεν τους αποθάρρυνε. Οι μυθοπλαστικές διηγήσεις, οι οποίες είχαν αρχίσει ήδη πριν από τον 5ο π.Χ. αιώνα, αναπτύχθηκαν κατά την Αλεξανδρινή περίοδο τον 3ο και τον 2ο π.Χ. αιώνα (περίοδο κατά την οποία αφθονούσε το είδος τόσο των ψευδολογίων όσο και των λογίων) και εξελίχθησαν σε φανταστικές ψευδοβιογραφίες, τις οποίες επεξεργάστηκαν αργότερα δευτερογενώς οι λόγιοι της ρωμαϊκής περιόδου, από όσες έχουν διασωθεί, η εκτενέστερη περιέχει τον ισχυρισμό ότι είναι έργο του Ηρόδοτου, αλλά αυτό είναι τελείως ανυπόστατο.

 Η αποθέωση του Ομήρου.
 Στα πόδια του η Ιλιάδα και η Οδύσσεια
  (Jean -Auguste -Dominique Ingres Apotheosis of Homer 1827)



Σύγχρονα συμπεράσματα. 
Οι σύγχρονοι ερμηνευτές συμφωνούν με τις αρχαίες πηγές μόνον ως προς τον τόπο, όπου γενικότερα έδρασε ο Όμηρος. Το πιο συγκεκριμένο στοιχείο από τις αρχαίες μαρτυρίες είναι ότι οι απόγονοί του, οι Ομηρίδες, ζούσαν στην ιωνική Χίο. Επιπλέον, το ότι το ανατολικό Αιγαίο ήταν το περιβάλλον στο οποίο έδρασε το κύριος δημιουργός της Ιλιάδας προκύπτει από ορισμένες τοπογραφικές λεπτομέρειες στο ίδιο το έργο, όπως π.χ. η περιγραφή της κορυφής της Σαμοθράκης που προβάλλει πίσω από την Ίμβρο, όταν την αντικρύζει κανείς από την πεδιάδα της Τροίας, ή η αναφορά στα πουλιά στις εκβολές του ποταμού Καϋστρου κοντά στην Έφεσο, στις θύελλες στα ανοιχτά της Ικαρίας και στους βορειοδυτικούς ανέμους που φυσούν από την Θράκη. Το χρώμα του ανατολικού Αιγαίου είναι πιο αδύνατο στην Οδύσσεια, η δράση της οποίας εκτυλίσσεται κυρίως στη Δυτική Ελλάδα, αλλά η αοριστία του ποιήματος ως προς την ακριβή θέση της Ιθάκης, λόγου χάρη, δεν είναι ασυμβίβαστη με την άποψη ότι ένας ποιητής της Ιωνίας επεξεργάστηκε υλικό το οποίο προερχόταν από το άλλο άκρο του ελληνικού κόσμου.
Ομολογουμένως, υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες ακόμη και ως προς το κατά πόσο η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούν σύνθεση ενός και του αυτού βασικού δημιουργού. Οι αμφιβολίες αυτές πρώτο διατυπώθηκαν ήδη κατά την αρχαιότητα και στηρίζονταν κυρίως στη διαφορά του λογοτεχνικού είδους (η Ιλιάδα έχει πολεμικό και ηρωικό χαρακτήρα, ενώ η Οδύσσεια είναι μια αφήγηση περιπετειών, συχνά αφύσικων). Οι αμφιβολίες ενισχύονται από τις λεπτές διαφορές του λεξιλογίου, πέρα από εκείνες που επιβάλλονται από την διαφορά του θέματος των δύο επών. Η άποψη του Αριστοτέλη ότι ο Όμηρος έγραψε την Οδύσσεια σε προχωρημένη ηλικία δεν είναι αβάσιμη. Αν όμως η Ιλιάδα προηγείται χρονικά (πράγμα που φαίνεται πιθανόν λόγω της απλούστερης δομής της Ιλιάδας και της μεγαλύτερης συχνότητας στη χρήση σχετικά μεταγενέστερων γλωσσικών τύπων στην Οδύσσεια), τότε η Οδύσσεια πιθανόν να δημιουργήθηκε με πρότυπο την Ιλιάδα, ως συνειδητό συμπλήρωμά της, εφόσον το υπόδειγμα της μνημειώδους σύνθεσης είχε πλέον δοθεί. Σε κάθε περίπτωση, οι ομοιότητες των δύο ποιημάτων οφείλονται, εν μέρει, στη συνοχή της ηρωικής ποιητικής παράδοσης από την οποία προέρχονται και τα δύο.
Η εσωτερική μαρτυρία των ποιημάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την χρονική περίοδο κατά την οποία έζησε ο Όμηρος. Ορισμένα στοιχεία της ποιητικής γλώσσας (ένα τεχνητό αμάλγαμα το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην καθημερινή ομιλία) αποκαλύπτουν ότι τα έπη δημιουργήθηκαν μετά το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου και ότι η σύνθεσή τους πρέπει να τοποθετηθεί σε μια εποχή αρκετά μεταγενέστερη από την ίδρυση των πρώτων αποικιών στη Μικρασιατική Ιωνία γύρω στο 1000 π.Χ. Η συνύπαρξη παρακείμενων βραχέων φωνηέντων και η εξαφάνιση του ημίφωνου δίγαμμα (γράμματος το οποίο υπήρχε στο παλαιότερο ελληνικό αλφάβητο) είναι οι σημαντικότερες ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση. Στο αντίθετο άκρο του χρονικού ορίζοντα, στοιχεία, όπως η διαμόρφωση ενός πραγματικά οριστικού άρθρου στα έπη, αντιπροσωπεύουν μία προγενέστερη φάση από εκείνη της ποίησης των μέσων και του τέλους του 7ου αιώνα. Τόσο ως προς τα υφολογικά όσο και ως προς τα μετρικά χαρακτηριστικά τους, τα Ομηρικά έπη φαίνονται παλαιότερα των έργων του Ησιόδου τα οποία πολλοί ειδικοί τοποθετούν λίγο μετά από το 700 π.Χ. Ένα διαφορετικό και ίσως πιο ακριβές κριτήριο αποτελούν τα χρονολογήσιμα αντικείμενα και έθιμα τα οποία αναφέρονται στα ποιήματα. Κανένα από αυτά, εκτός από μία ή δύο μάλλον αθηναϊκές προσθήκες, δεν φαίνεται να είναι μεταγενέστερο της περιόδου γύρω από το 700 π.Χ. Από την άλλη μεριά, ο ρόλος που αποδίδεται στους Φοίνικες ως εμπόρων στην Οδύσσεια, καθώς και ένα ή δύο άλλα φαινόμενα, υποδεικνύουν ότι η σύνθεση των ποιημάτων έγινε μετά το 900 π.Χ., τουλάχιστον ως προς τα αντίστοιχα συμφραζόμενα. Σε ορισμένα τμήματα της Ιλιάδας ίσως να υπονοείται μία νέα διάταξη μάχης σε πυκνή παράταξη, η οποία επιβλήθηκε από την εξέλιξη του οπλισμού των οπλιτών μετά το 750 π.Χ., περίπου, ενώ και οι αναφορές στο Γοργόνειο ως στοιχείου διακόσμησης, συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι γεγονός ότι τα έπη περιέχουν πολλά παραδοσιακά και αρχαϊκά στοιχεία και ότι το γλωσσικό και υλικό υπόβαθρό τους είναι κράμα διαφορετικών στοιχείων διαφορετικής χρονικής προέλευσης. Φαίνεται πάντως εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι η σύνθεση των μεγάλου μεγέθους επών (σε αντιδιαστολή με τους πολύ συντομότερους προγόνους τους) χρονολογείται στον 9ο ή τον 8ο π.Χ. αιώνα με περισσότερα στοιχεία υπέρ του 8ου αιώνα. Η Οδύσσεια πιθανώς να ανήκει στα τέλη, ενώ η Ιλιάδα τοποθετείται προς τα μέσα του ίδιου αιώνα. Πιθανώς να μην είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι απεικονίσεις επεισοδίων του έπους εμφανίζονται στην αγγειογραφία την ίδια περίπου εποχή.
Χαρακτηριστικό της τέχνης του Ομήρου, είναι ότι τα έπη του έχουν αρχή, μέση και τέλος και ότι με τα αλλεπάλληλα επεισόδια κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του ακροατή μέχρι το τέλος. Η διήγηση του είναι ήρεμη και ευγενής. Απεικονίζει και τις πιο οικτρές σκηνές, αλλά ο ρεαλισμός του ποτέ δε γίνεται χυδαίος. Τα πρόσωπα που παρουσιάζει ενεργούν με συνέπεια προς το «ήθος» τους. Κανένα πρόσωπο δε μένει «ανηθοποίητο», μέσα στο έργο του. Γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η ιωνική διάλεκτος, ανάμεικτη με μερικούς αιολικούς τύπους. Όπως η ζωή των ηρώων του είναι απλοϊκή και ανεπιτήδευτη, κατά τον ίδιο τρόπο και η γλώσσα του ποιητή είναι απλή και αφελής, με ιδιαίτερη προτίμηση προς την παρατακτική σύνδεση των προτάσεων. Ο αφελής όμως αυτός ποιητής έχει τόσο λεκτικό πλούσιο στο έργο του, όσο κανένα άλλο ποίημα ή πεζό σύγγραμμα. Και αποδεικνύεται βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και ασύγκριτος παρατηρητής της φύσης και του κόσμου. Ο ομηρικός στίχος είναι ο «δακτυλικός εξάμετρος», τον οποίο ο ποιητής βρήκε προετοιμασμένο από τους παλιούς αοιδούς, αλλά τον χρησιμοποίησε με αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία και τον αξιοποίησε όσο κανένας άλλος.
Ο θαυμασμός για τα έπη του Ομήρου διατηρήθηκε αμείωτος από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας, γι’ αυτό και διδάσκεται σ’ όλα τα σχολεία της Ευρώπης, ως ο μεγαλύτερος ποιητής και παιδαγωγός των αιώνων. Τα ομηρικά  έπη έχουν μεταφραστεί σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.


 My custom Playmobil version of Homer



Πληροφοριες/Infos



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου